Ενδομητρίωση: Μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα μιας γυναίκας;

Πηγή: missbloom.gr

Η ενδομητρίωση είναι μία από τις πιο συχνές γυναικολογικές διαταραχές που επηρεάζει άνω του 15% του πληθυσμού κι έχει ποικίλες επιπτώσεις σε διαφορετικά στάδια της ζωής μιας γυναίκας, συμπεριλαμβανομένων σημαντικών σωματικών, αναπαραγωγικών, ψυχολογικών και κοινωνικών επιπτώσεων που επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα ζωής και συχνά προδιαθέτουν σε χρόνιο πυελικό πόνο ή/και υπογονιμότητα.

Πώς σχετίζεται με τη γονιμότητα μιας γυναίκας;

Με αφορμή τον Μάρτιο, μήνα διεθνώς αφιερωμένο στην ενημέρωση για την Ενδομητρίωση, ο Δρ Νικόλαος Μαχαιριώτης, MD, MSc, PhD, Επίκουρος Καθηγητής Μαιευτικής & Γυναικολογίας Ιατρικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α. με εξειδίκευση στην Ενδομητρίωση & την Ελάχιστα Επεμβατική Χειρουργική, εξηγεί ότι  «Οι γυναίκες με ενδομητρίωση χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να συλλάβουν και ο επιπολασμός της ενδομητρίωσης σε υπογόνιμες γυναίκες κυμαίνεται από 40% έως 50%. Τα ποσοστά γονιμοποίησης μειώνονται περαιτέρω με τη σοβαρότητα της νόσου. Η υπογονιμότητα που σχετίζεται με την ενδομητρίωση είναι πολυπαραγοντική και περιλαμβάνει μηχανικούς, φλεγμονώδεις, κυτταρικούς, επιγενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, η σύνθετη αλληλεπίδραση μεταξύ των οποίων έχει δυσμενείς επιπτώσεις στους γαμέτες, τις σάλπιγγες, το ενδομήτριο, τα έμβρυα, την εμφύτευση και στη συνέχεια τη γονιμοποίηση».

Τι λένε οι μελέτες

Υπάρχει μια παρατηρούμενη συσχέτιση μεταξύ της ενδομητρίωσης και της υπογονιμότητας, χωρίς έναν ξεκάθαρο αιτιολογικό παράγοντα. Το μηνιαίο ποσοστό γονιμότητας σε γυναίκες με ενδομητρίωση είναι 2-10% σε σύγκριση με 20% για τις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς υπογονιμότητα. Σύμφωνα με μελέτες παρατήρησης, για υπογόνιμες γυναίκες με ιστολογικά αποδεδειγμένη ενδομητρίωση και χωρίς άλλους παράγοντες κινδύνου, τα ποσοστά αυτόματης εγκυμοσύνης είναι 30% για μέτρια νόσο και κοντά στο 0% για σοβαρή νόσο.

Πώς επιλέγουμε τη σωστή θεραπεία

Η κλινική διαχείριση της υπογονιμότητας που σχετίζεται με την ενδομητρίωση αποτελεί πρόκληση, λόγω έλλειψης επιστημονικών στοιχείων υψηλής ποιότητας και αντικρουόμενων διαθέσιμων κατευθυντήριων οδηγιών. Η πολυπλοκότητα στη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων σχετίζεται κυρίως με τον ετερογενή πληθυσμό των υπογόνιμων γυναικών με ενδομητρίωση και με το αν έχουν ως σύμπτωμα τον πόνο που είναι σε κάποιες περιπτώσεις ‘’καταστροφικός’’.

Ως εκ τούτου, τονίζει ο Δρ Μαχαιριώτης, «η φροντίδα των γυναικών με υπογονιμότητα που σχετίζεται με την ενδομητρίωση γίνεται καλύτερα σε κέντρα παραπομπής, όπου μπορεί να προσφερθεί μια διεπιστημονική προσέγγιση και όπου υπάρχουν υπηρεσίες τόσο χειρουργικής όσο και εξωσωματικής γονιμοποίησης. Παράγοντες όπως η ηλικία της γυναίκας, το απόθεμα των ωοθηκών, η διάρκεια της υπογονιμότητας, πρόσθετοι παράγοντες υπογονιμότητας (άνδρες, σαλπιγγικοί), στάδιο νόσου, προηγούμενη χειρουργική θεραπεία για ενδομητρίωση, συνοδός πόνος και ενδείξεις για εξωσωματική γονιμοποίηση πρέπει να ληφθούν υπόψη, γιατί θα επηρεάσουν την επιλογή της θεραπείας και μπορεί επίσης να έχουν κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις».

Ο ρόλος της χειρουργικής επέμβασης

Η βελτιστοποίηση της γονιμότητας σε ασθενείς με ενδομητρίωση απαιτεί τη μείωση της πιθανής ιατρογενούς βλάβης στο απόθεμα των ωοθηκών. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος της χειρουργικής παρέμβασης, όταν ενδείκνυται, είναι κρίσιμος για τη θεραπεία συμπτωματικών γυναικών με πόνο που σχετίζεται με την ενδομητρίωση, τη βελτίωση της προσβασιμότητας των ωοθηκών πριν από την προσπάθεια εξωσωματικής και τη μείωση του φλεγμονώδους φορτίου της πυέλου σαν αποτέλεσμα της εξαίρεσης της νόσου.

Η μείωση του φυσιολογικού αποθεματικού των ωοθηκών και η υποτροπή της νόσου είναι οι δύο κύριοι κίνδυνοι που σχετίζονται με τη χειρουργική επέμβαση για το ενδομητρίωμα (ενδομητριωσική/ σοκολατοειδής κύστη), ανεξάρτητα από τη χειρουργική τεχνική. Έχουν προταθεί αρκετές χειρουργικές προσεγγίσεις για το ενδομητρίωμα με τις πλέον διαδεδομένες να είναι η εκτομή της κύστης και ο καυτηριασμός (ablation) με χρήση laser ή πλάσματος τεχνολογίας. Τα υψηλότερα ποσοστά αυτόματης εγκυμοσύνης και τα χαμηλότερα ποσοστά υποτροπής σχετίζονται με την κυστεκτομή, η οποία με τη σειρά της ενοχοποιείται για μεγαλύτερη καταστροφή ωοθηκικού ιστού σε σχέση με το ablation.  Η χειρουργική αντιμετώπιση σοβαρής νόσου όπως η εν τω βάθει διηθητική ενδομητρίωση φαίνεται να αυξάνει τα ποσοστά της αυτόματης σύλληψης, όσον αφορά δε τα ενδομητριώματα χρειάζεται προσεκτική και εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση.

Συμπερασματικά

Οι επιλογές θεραπείας της υπογονιμότητας που σχετίζεται με την ενδομητρίωση εξακολουθούν να είναι περιορισμένες. «Η χειρουργική επέμβαση και η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή παραμένουν η βάση της αποτελεσματικής θεραπείας», καταλήγει ο Δρ Μαχαιριώτης.

Η υπογονιμότητα που σχετίζεται με την ενδομητρίωση απαιτεί μια διεπιστημονική, εξατομικευμένη, κοινή και ολιστική προσέγγιση με βάση τα μοναδικά χαρακτηριστικά του ασθενούς και το στάδιο της νόσου.

Similar Posts